ἄτη

ἄτη
Grammatical information: f.
Meaning: `damage, guilt, bewilderment' (Il.), `fine' (Gortyn).
Compounds: ἄν-ατος; ἄπ-ατος (Gortyn).
Derivatives: ἀτηρός `blinded, bringing ruin' (Thgn.); ἀτάομαι (ἀϜατάομαι, s. below) `suffer, get damage' (S.) `be fined' (Gortyn, Gytheion).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: From ἀϜάτη, as appears from αὑάτα (Alc.) and denom. ἀϜατᾶται (Gytheion); also ἀγατᾶσθαι [= ἀϜα-] βλάπτεσθαι H.). So the ἀ- is long (for the exceptions Archil. 73 read ἄγη, Page Entretiens Hardt X, 1965, 110; and A. Ag. 131, Hermann ἄγα). - ἀϜά-τη is a verbal noun to *ἀϜά-σαι, s. ἀάω. Could be PIE *h₂ueh₂-. - Fur. 234 compares ἀϜατη with ἀπάτη; not very probable.
Page in Frisk: 1,178

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἄτη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄτῃ — Ἄτη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άτη — I Θεότητα, προσωποποίηση του ασυγκράτητου πάθους, που προκαλούσε αποστροφή σε θεούς και ανθρώπους, κόρη του Δία και της Έριδας. Η Ά. προκάλεσε παρεξήγηση μεταξύ Αγαμέμνονα και Αχιλλέα, καθώς και μεταξύ Οδυσσέα και Αίαντα. Αυτή παρέσυρε την Ελένη… …   Dictionary of Greek

  • ἄτη — ἄ̱τη , ἄτη bewilderment fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτῃ — ἄ̱τῃ , ἄτη bewilderment fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐργύα, πάρα δ’ἄτη. — ἐργύα, πάρα δ’ἄτη. См. Поручился, продался …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἄται — Ἄτη fem nom/voc pl Ἄτᾱͅ , Ἄτη fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄτηι — Ἄτῃ , Ἄτη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγγελικάτος — άτη, άτο ωραίος σαν άγγελος, κομψός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγελικός + παραγ. κατάληξη άτος] …   Dictionary of Greek

  • πανοπλότατος — άτη, ον, Α πάρα πολύ νέος, νεώτατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ὁπλότατος «νεώτατος» (< ὅπλον)] …   Dictionary of Greek

  • πανυπέρτατος — άτη, ον, Α 1. ο ανώτατος όλων («μεγέθει πανυπέρτατος», Αριστοτ.) 2. αυτός που βρίσκεται στο έσχατο σημείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ὑπέρτατος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.